flange
flange
flænʤ
φλαιντζ
falange

Ορισμός και σημασία του "flange"στα αγγλικά

01

φλάντζα, άκρη

a projection used for strength or for attaching to another object 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flanges
02

μουνί, αιδοίο

female genitalia, especially the vulva 
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The crude graffiti drew a cartoon flange on the wall. 

Το χονδροειδές γκράφιτι ζωγράφισε ένα flange καρτούν στον τοίχο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store