Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fishing pole
01
καλάμι ψαρέματος, ραβδί ψαρέματος
a rod of wood or steel or fiberglass that is used in fishing to extend the fishing line
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fishing poles
LanGeek



























