Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fishery
01
αλιευτικό εργαστήριο, εργοστάσιο αλιείας
a workplace where fish are caught and processed and sold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fisheries
Λεξικό Δέντρο
fishery
fish



























