fisher
fi
ˈfɪ
φι
sher
ʃɜr
σερρ
/fˈɪʃɐ/

Ορισμός και σημασία του "fisher"στα αγγλικά

01

ψαράς, αλιεύς

someone whose occupation is catching fish
fisher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fishers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store