Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fisher
01
ψαράς, αλιεύς
someone whose occupation is catching fish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fishers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fisher
fish



























