Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fish
Παραδείγματα
We saw a group of fish swimming together near the coral reef.
Είδαμε μια ομάδα ψαριών να κολυμπούν μαζί κοντά στο κοραλλιογενή ύφαλο.
1.1
ψάρι, βρώσιμο ψάρι
flesh from a fish that we use as food
Παραδείγματα
The fish tacos were topped with tangy slaw and creamy sauce.
Τα τάκος με ψάρι ήταν τοποθετημένα με πικάντικο λάχανο και κρεμώδη σάλτσα.
02
ψάρι, άτομο που γεννήθηκε κάτω από το ζώδιο των Ιχθύων
(astrology) a person who is born while the sun is in Pisces
03
Ιχθύες, το ζώδιο των Ιχθύων
the twelfth sign of the zodiac; the sun is in this sign from about February 19 to March 20
04
πόρνη, τσούλα
a woman, often implying unpleasant smell or promiscuity
Offensive
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
The misogynistic rant dismissed women as fish.
Η μισογυνική ομιλία απέρριψε τις γυναίκες ως ψάρια.
to fish
01
ψαρεύω
to catch or attempt to catch fish with special equipment such as a fishing line and a hook or net
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fish
γ΄ ενικό πρόσωπο
fishes
ενεστώτα μετοχή
fishing
απλός αόριστος
fished
παθητική μετοχή
fished
Παραδείγματα
We usually fish in the early morning when the water is calm.
Συνήθως ψαρεύουμε νωρίς το πρωί όταν το νερό είναι ήρεμο.
02
ψαρεύω, προσπαθώ να εξαγάγω
to attempt to extract information or a reaction from someone in a subtle or indirect manner
Intransitive: to fish for information or a reaction
Παραδείγματα
He fished around for answers, hoping someone would let something slip.
Ψάρευε για απαντήσεις, ελπίζοντας ότι κάποιος θα αφήσει κάτι να γλιστρήσει.
Λεξικό Δέντρο
fishery
fishy
fish



























