Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
First offender
01
πρωτόδικος, πρωτοβάθμιος παραβάτης
a person who has been convicted of a crime for the first time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
first offenders
Παραδείγματα
The court considered his status as a first offender when deciding on probation instead of imprisonment.
Το δικαστήριο λάβε υπόψη την κατάστασή του ως πρωτόδικου κατά την απόφαση για αναστολή αντί για φυλάκιση.



























