first cousin
first
fɜ:st
fēst
cousin
kʌzn
kazn

Ορισμός και σημασία του "first cousin"στα αγγλικά

01

ξάδελφος, ξαδέλφη

the child of your aunt or uncle 
first cousin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
first cousins
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store