Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
First-degree burn
01
έγκαυμα πρώτου βαθμού
a mild burn that only affects the outer layer of the skin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
first-degree burns



























