Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to firm up
01
εδραιώνω, βεβαιώνω
to make a plan, agreement, or decision more definite or secure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
firm
ενεστώτας
firm up
γ΄ ενικό πρόσωπο
firms up
ενεστώτα μετοχή
firming up
απλός αόριστος
firmed up
παθητική μετοχή
firmed up
Παραδείγματα
The team needs to firm up the details of the project before the presentation.
Η ομάδα πρέπει να εδραιώσει τις λεπτομέρειες του έργου πριν από την παρουσίαση.
02
στερεοποιώ, σταθεροποιώ
to make a soft or unstable substance become more solid or stable
Παραδείγματα
The custard will firm up as it cools.
Η κρέμα θα σκληρύνει καθώς κρυώνει.



























