Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fire hook
01
αγκίστρι φωτιάς, ανακατωτήρι φωτιάς
fire iron consisting of a metal rod with a handle; used to stir a fire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fire hooks



























