Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fire door
01
πυροπροστατευτική πόρτα, αντιπυρική πόρτα
a specialized door designed to prevent the spread of fire and smoke within a building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fire doors
LanGeek



























