fingerling
Pronunciation
/ˈfɪŋɡərlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "fingerling"στα αγγλικά

01

ψαράκι, νεαρό ψάρι

a small, juvenile fish that is typically between the length of 1 and 4 inches
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fingerlings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store