Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fingerling
01
ψαράκι, νεαρό ψάρι
a small, juvenile fish that is typically between the length of 1 and 4 inches
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fingerlings



























