fingering
fingering
'fɪngərɪng
fingēring
fingerling

Ορισμός και σημασία του "fingering"στα αγγλικά

01

δακτυλισμός

the act of positioning and using fingers on an instrument to play specific notes or chords 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fingerings
Παραδείγματα
The pianist practiced her fingering to ensure smooth transitions between notes. 

Ο πιανίστας εξασκήθηκε στη δάκτυλη για να εξασφαλίσει ομαλές μεταβάσεις μεταξύ των νοτών.

02

ψηλάφισμα, άγγιγμα με τα δάχτυλα

the act of touching something with the fingers 
Παραδείγματα
She felt the fabric with gentle fingering to test its texture. 

Αισθάνθηκε το ύφασμα με απαλό ψηλάφισμα για να δοκιμάσει την υφή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store