Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fingering
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fingerings
Παραδείγματα
The pianist practiced her fingering to ensure smooth transitions between notes.
Ο πιανίστας εξασκήθηκε στη δάκτυλη για να εξασφαλίσει ομαλές μεταβάσεις μεταξύ των νοτών.
02
ψηλάφισμα, άγγιγμα με τα δάχτυλα
the act of touching something with the fingers
Παραδείγματα
She felt the fabric with gentle fingering to test its texture.
Αισθάνθηκε το ύφασμα με απαλό ψηλάφισμα για να δοκιμάσει την υφή του.



























