field of study
field
ˈfi:ld
fild
of
əv
ēv
stu
stʌ
sta
dy
di
di

Ορισμός και σημασία του "field of study"στα αγγλικά

Field of study
01

πεδίο σπουδών, τομέας σπουδών

a particular subject that someone learns about in school or college 
field of study definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fields of study
Παραδείγματα
Her field of study is psychology, with a specialization in cognitive neuroscience. 

Ο τομέας σπουδών της είναι η ψυχολογία, με ειδίκευση στη γνωσιακή νευροεπιστήμη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store