Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Field goal
01
field goal, γκολ από το γήπεδο
a scoring play where a team attempts to kick the football through the opponent's goalposts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
field goals
Παραδείγματα
The kicker made a 40-yard field goal to tie the game.
Ο εκτελεστής έκανε ένα field goal από 40 γιάρδες για να ισοφαρίσει το παιχνίδι.
02
σουτ εντός παιχνιδιού, επιτυχημένη σουτάρισμα κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού
a successful scoring shot made during regular play, excluding free throws
Παραδείγματα
The player's accuracy in field goals contributed significantly to their win.
Η ακρίβεια του παίκτη στα σουτ εντός παιχνιδιού συνέβαλε σημαντικά στη νίκη τους.
LanGeek



























