Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fickle
01
ασταθής, ευμετάβλητος
unpredictable or likely to change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fickle
συγκριτικός βαθμός
more fickle
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The desert winds were fickle, changing direction unpredictably and confounding travelers.
Οι άνεμοι της ερήμου ήταν ασταθείς, άλλαζαν κατεύθυνση απρόβλεπτα και μπέρδευαν τους ταξιδιώτες.
02
άστατος, ασταθής
(of a person) likely to change their mind or feelings in a senseless manner too frequently
Παραδείγματα
Her fickle nature made it difficult to plan anything, as she often changed her mind at the last minute.
Η ασταθής φύση της έκανε δύσκολο το να σχεδιάσει κανείς οτιδήποτε, καθώς συχνά άλλαζε γνώμη την τελευταία στιγμή.
Λεξικό Δέντρο
fickleness
fickle



























