fickle
fi
ˈfɪ
fi
ckle
kəl
kēl
chiclepickleticklemickle

Ορισμός και σημασία του "fickle"στα αγγλικά

01

ασταθής, ευμετάβλητος

unpredictable or likely to change 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fickle
συγκριτικός βαθμός
more fickle
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The desert winds were fickle, changing direction unpredictably and confounding travelers. 

Οι άνεμοι της ερήμου ήταν ασταθείς, άλλαζαν κατεύθυνση απρόβλεπτα και μπέρδευαν τους ταξιδιώτες.

02

άστατος, ασταθής

(of a person) likely to change their mind or feelings in a senseless manner too frequently 
Παραδείγματα
Her fickle nature made it difficult to plan anything, as she often changed her mind at the last minute. 

Η ασταθής φύση της έκανε δύσκολο το να σχεδιάσει κανείς οτιδήποτε, καθώς συχνά άλλαζε γνώμη την τελευταία στιγμή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store