fickle
fi
ˈfɪ
φι
ckle
kəl
καλ
British pronunciation
/fˈɪkə‍l/

Ορισμός και σημασία του "fickle"στα αγγλικά

01

ασταθής, ευμετάβλητος

unpredictable or likely to change
example
Παραδείγματα
The fickle weather made planning outdoor activities a constant challenge.
Ο ασταθής καιρός έκανε τον σχεδιασμό δραστηριοτήτων υπαίθρου μια συνεχή πρόκληση.
02

άστατος, ασταθής

(of a person) likely to change their mind or feelings in a senseless manner too frequently
example
Παραδείγματα
Despite his promises, his fickle loyalty meant he could not be relied upon when times got tough.
Παρά τις υποσχέσεις του, η ασταθής πίστη του σήμαινε ότι δεν μπορούσε να στηριχτεί όταν οι καιροί έγιναν δύσκολοι.

Λεξικό Δέντρο

fickleness
fickle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store