Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fertile
01
γόνιμος
(of an animal, person, or plant) able to produce offspring, fruit, or seed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fertile
συγκριτικός βαθμός
more fertile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She learned that some plants are more fertile in certain climates.
Έμαθε ότι μερικά φυτά είναι πιο γόνιμα σε ορισμένα κλίματα.
02
γόνιμος
(of land or soil) able to produce crops or plants well
Παραδείγματα
The fertile soil in the valley yielded abundant harvests of wheat and corn each year.
Το γόνιμο έδαφος στην κοιλάδα απέδιδε άφθονες σοδειές σιταριού και καλαμποκιού κάθε χρόνο.
03
γόνιμος, δημιουργικός
(of mind or imagination) capable of generating many creative or original ideas
Παραδείγματα
Her fertile imagination produced fascinating stories.
Η γόνιμη φαντασία της παρήγαγε συναρπαστικές ιστορίες.
Λεξικό Δέντρο
infertile
unfertile
fertile



























