Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feed on
01
τρέφομαι από, καταναλώνω
to regularly eat a specific type of food to stay alive and grow
Transitive: to feed on a certain type of food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
feed
ενεστώτας
feed on
γ΄ ενικό πρόσωπο
feeds on
ενεστώτα μετοχή
feeding on
απλός αόριστος
fed on
παθητική μετοχή
fed on
Παραδείγματα
The caterpillars feed on the leaves of the plant to fuel their metamorphosis into butterflies.
Οι κάμπιες τρώνε τα φύλλα του φυτού για να τροφοδοτήσουν τη μεταμόρφωσή τους σε πεταλούδες.
02
τρεφόμαστε από, αντλούμε δύναμη από
to increase or gain power from a particular source
Transitive: to feed on a situation
Παραδείγματα
Hate groups feed on ignorance.
Οι ομάδες μίσους τρέφονται από την άγνοια.



























