to federalize
fe
ˈfɛ
fe
de
də
dē
ra
rə
rē
lize
laɪz
laiz
federalise

Ορισμός και σημασία του "federalize"στα αγγλικά

to federalize
01

ομοσπονδιοποιώ, οργανώνω υπό ομοσπονδιακό σύστημα

to organize or unite entities under a federal system 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
federalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
federalizes
ενεστώτα μετοχή
federalizing
απλός αόριστος
federalized
παθητική μετοχή
federalized
Παραδείγματα
The states agreed to federalize for mutual defense. 

Οι πολιτείες συμφώνησαν να ομοσπονδιοποιηθούν για αμοιβαία άμυνα.

02

ομοσπονδιοποιώ, υποτάσσω στην αρχή της ομοσπονδιακής κυβέρνησης

to place under the authority or jurisdiction of a federal government 
Παραδείγματα
The national government federalized the railway system. 

Η εθνική κυβέρνηση ομοσπονδοποίησε το σιδηροδρομικό σύστημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

federalize
federal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store