Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
federal
01
ομοσπονδιακός, κεντρικός
relating to the central government of a country rather than the local or regional governments
Παραδείγματα
Federal laws apply uniformly across the entire country.
Οι ομοσπονδιακοί νόμοι ισχύουν ομοιόμορφα σε όλη τη χώρα.
02
ομοσπονδιακός, συνομοσπονδιακός
having or relating to a system of government in which the individual states have their own laws concerning internal affairs, however a central government has control over national decisions, foreign affairs, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The federal government oversees national security and defense policies.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιβλέπει τις πολιτικές εθνικής ασφάλειας και άμυνας.
03
ομοσπονδιακός, ομοσπονδιακός
of or relating specifically to the central government of a federation
Παραδείγματα
Federal infrastructure projects are funded by the central government.
Τα έργα υποδομής ομοσπονδιακής χρηματοδοτούνται από την κεντρική κυβέρνηση.
04
ομοσπονδιακός, ενωτικός
relating to the northern states during the American Civil War
Παραδείγματα
Federal troops advanced into Confederate territory.
Οι ομοσπονδιακές δυνάμεις προχώρησαν στην επικράτεια της Συνομοσπονδίας.
Federal
01
ομοσπονδιακός πράκτορας, ομοσπονδιακός αστυνομικός
a law-enforcement officer who works for the national government
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
federals
Παραδείγματα
The federals arrested suspects across multiple states.
Οι ομοσπονδιακοί συνέλαβαν ύποπτους σε πολλές πολιτείες.
02
ομοσπονδιακός στρατιώτης, στρατιώτης της Ένωσης
a soldier serving in the Union Army during the American Civil War
Παραδείγματα
The federal marched into battle under General Grant.
Ο ομοσπονδιακός βάδισε στη μάχη υπό τον στρατηγό Γκραντ.
Λεξικό Δέντρο
federalize
federally
federal



























