favored
favored
'feɪvəd
feivēd
flavored

Ορισμός και σημασία του "favored"στα αγγλικά

01

προνομιούχος, προτιμώμενος

having characteristics or features that makes something or someone preferable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most favored
συγκριτικός βαθμός
more favored
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
preference, selection, status

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

favored
favor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store