favored
fa
ˈfeɪ
φει
vored
vɜrd
βερρντ
/fˈeɪvəd/

Ορισμός και σημασία του "favored"στα αγγλικά

01

προνομιούχος, προτιμώμενος

having characteristics or features that makes something or someone preferable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most favored
συγκριτικός βαθμός
more favored
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

favored
favor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store