fat hen
fat
fæt
φαιτ
hen
hɛn
χεν
/fˈat hˈɛn/

Ορισμός και σημασία του "fat hen"στα αγγλικά

01

λευκή κενόποδα, Chenopodium album

a common name for the plant species Chenopodium album, known for its edible leaves and seeds
fat hen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fat hens
Παραδείγματα
She proudly served a fat hen-infused pesto at the neighborhood potluck.
Εξήφερε με περηφάνια ένα πέστο εμπλουτισμένο με λευκή ψάρα στο γειτονικό potluck.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store