farmyard
farm
ˈfɑ:m
faam
yard
jɑ:d
yaad

Ορισμός και σημασία του "farmyard"στα αγγλικά

01

αυλή αγροκτήματος, περιφραγμένη περιοχή αγροκτήματος

an area adjacent to farm buildings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
farmyards

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

farmyard

farm

+

yard

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store