Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Farmyard
01
αυλή αγροκτήματος, περιφραγμένη περιοχή αγροκτήματος
an area adjacent to farm buildings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
farmyards



























