Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Farmland
01
γεωργική γη, καλλιεργήσιμη γη
a land that is used for farming, especially in rural areas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
farmlands
02
γεωργική γη, καλλιεργήσιμη γη
arable land that is worked by plowing and sowing and raising crops
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
farmland
farm
land



























