farmland
farm
ˈfɑ:m
φαμ
land
lænd
λαινντ
farmhand

Ορισμός και σημασία του "farmland"στα αγγλικά

01

γεωργική γη, καλλιεργήσιμη γη

a land that is used for farming, especially in rural areas 
farmland definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
farmlands
02

γεωργική γη, καλλιεργήσιμη γη

arable land that is worked by plowing and sowing and raising crops 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

farmland

farm

+

land

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store