Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fantasize
/ˈfænəˌsaɪz/, /ˈfæntəˌsaɪz/
fantasise
phantasise
phantasize
to fantasize
01
φαντασιώνομαι, ονειρεύομαι
to indulge in vivid and imaginative thoughts or desires
Intransitive: to fantasize | to fantasize about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fantasize
γ΄ ενικό πρόσωπο
fantasizes
ενεστώτα μετοχή
fantasizing
απλός αόριστος
fantasized
παθητική μετοχή
fantasized
Παραδείγματα
Fantasizing can be a way to escape momentarily from the challenges of reality.
Ονειροπολία μπορεί να είναι ένας τρόπος να ξεφύγεις προσωρινά από τις προκλήσεις της πραγματικότητας.
02
φαντάζομαι, ονειρεύομαι
to imagine or think about something happening that one desires or hopes for
Transitive: to fantasize a situation
Παραδείγματα
He would frequently fantasize the moment when he could finally tell her how he felt.
Συχνά φαντασιωνόταν τη στιγμή που θα μπορούσε επιτέλους να της πει πώς αισθανόταν.
Λεξικό Δέντρο
fantasize
fantasy



























