famished
fa
ˈfæ
mished
mɪʃt
misht

Ορισμός και σημασία του "famished"στα αγγλικά

01

πεινασμένος, λιμοκτονούσα

having a great need for food 
famished definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most famished
συγκριτικός βαθμός
more famished
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
hunger, physiology, state
Παραδείγματα
After skipping breakfast and lunch, she felt famished and eagerly devoured her dinner. 

Αφού παρέλειψε το πρωινό και το μεσημεριανό, ένιωσε πεινασμένη και έφαγε με λαχτάρα το δείπνο της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

famished
famish
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store