Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Family man
01
οικογενειάρχης, οικογενειακός άνθρωπος
a person who is very dedicated to and involved with their family
Παραδείγματα
The family man never misses a chance to support his children ’s activities and achievements.
Ο οικογενειάρχης δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία να υποστηρίξει τις δραστηριότητες και τα επιτεύγματα των παιδιών του.



























