false hair
false
fɒls
fols
hair
hɛə
heē

Ορισμός και σημασία του "false hair"στα αγγλικά

01

ψεύτικα μαλλιά, περούκα

a covering or bunch of human or artificial hair used for disguise or adornment 
false hair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
false hairs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store