Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall in
01
καταρρέω, καταπίπτω
to collapse under pressure, often due to structural weakness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall in
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls in
ενεστώτα μετοχή
falling in
απλός αόριστος
fell in
παθητική μετοχή
fallen in
Παραδείγματα
The old well, weakened by erosion, finally fell in after a heavy rainstorm.
Το παλιό πηγάδι, αποδυναμωμένο από τη διάβρωση, τελικά κατέρρευσε μετά από μια ισχυρή καταιγίδα.
02
ενταχθεί σε, γίνει μέλος
to join a group or organization
Παραδείγματα
Excited about the cause, he decided to fall in and become an active member of the environmental organization.
Ενθουσιασμένος με το σκοπό, αποφάσισε να ενταχθεί και να γίνει ενεργό μέλος της περιβαλλοντικής οργάνωσης.
03
παίρνω θέση, καταλαμβάνω θέση
to assume one's designated position within a military formation or line, typically prompted by a command or order
Παραδείγματα
When the bugle sounded, the soldiers quickly fell in, ready for the morning drill.
Όταν ακούστηκε η σάλπιγγα, οι στρατιώτες γρήγορα παρέταξαν, έτοιμοι για την πρωινή άσκηση.



























