Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall for
01
ερωτεύομαι, κολλάω
to develop romantic feelings for someone
Transitive: to fall for sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall for
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls for
ενεστώτα μετοχή
falling for
απλός αόριστος
fell for
παθητική μετοχή
fallen for
Παραδείγματα
Despite their initial disagreements, she couldn't help but fall for him.
Παρά τις αρχικές τους διαφωνίες, δεν μπορούσε παρά να ερωτευτεί αυτόν.
02
παίρνω χαμπάρι, εξαπατώμαι
to be deceived or tricked by someone or something
Transitive: to fall for sth
Παραδείγματα
She couldn't believe she had fallen for the scam and lost a significant amount of money.
Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι έπεσε θύμα της απάτης και έχασε ένα σημαντικό ποσό χρημάτων.



























