fairy
fai
ˈfeə
fe
ry
ri
ri
fairly

Ορισμός και σημασία του "fairy"στα αγγλικά

01

νεράιδα, νεράιδα

a fictional, small especially female creature that has magical powers, sometimes has the ability to grant wishes 
fairy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
fairies
θηλυκό ενικό
fairy
neutral form
fae
Παραδείγματα
The children believed that fairies lived at the bottom of the garden, among the flowers and trees. 

Τα παιδιά πίστευαν ότι οι νύμφες ζούσαν στο βάθος του κήπου, ανάμεσα στα λουλούδια και τα δέντρα.

02

πουστής, αδελφή

a man who is homosexual 
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
The fairy waved at friends across the street. 

Ο fairy χαιρέτησε φίλους απέναντι στο δρόμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store