to fade away
fade
ˈfeɪd
feid
a
ə
ē
way
weɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "fade away"στα αγγλικά

to fade away
01

ξεθωριάζω, αποδυναμώνομαι

(of a person) to slowly become thin and lose strength, particularly to the point of death 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
fade
ενεστώτας
fade away
γ΄ ενικό πρόσωπο
fades away
ενεστώτα μετοχή
fading away
απλός αόριστος
faded away
παθητική μετοχή
faded away
02

ξεθωριάζω, σβήνω σταδιακά

*to gradually disappear 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store