Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fade away
01
ξεθωριάζω, αποδυναμώνομαι
(of a person) to slowly become thin and lose strength, particularly to the point of death
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
fade
ενεστώτας
fade away
γ΄ ενικό πρόσωπο
fades away
ενεστώτα μετοχή
fading away
απλός αόριστος
faded away
παθητική μετοχή
faded away
02
ξεθωριάζω, σβήνω σταδιακά
***to gradually disappear



























