Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Factory worker
01
εργάτης εργοστασίου, εργοστασιακός εργάτης
someone who is employed in a factory and works there
Παραδείγματα
The factory worker wore safety gear, including gloves and goggles, to protect himself while operating heavy machinery.
Ο εργάτης του εργοστασίου φορούσε προστατευτικό εξοπλισμό, συμπεριλαμβανομένων γαντιών και γυαλιών, για να προστατευτεί κατά τη λειτουργία βαρέων μηχανημάτων.



























