Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Faction
01
φράξια, αποσχιστική ομάδα
a small party of people within a larger one who have different thoughts and opinions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
factions
02
φράξια, σύγκρουση
the conflict that exist among groups of people
03
φράξια, διαίρεση
arguments and disagreements between small groups of people within a political party or an organization
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
faction
fact



























