facial nerve
fa
ˈfeɪ
φει
cial
ʃəl
σαλ
nerve
nɜ:v
νερβ

Ορισμός και σημασία του "facial nerve"στα αγγλικά

01

προσωπικός νεύρο, κρανιακό νεύρο υπεύθυνο για τον έλεγχο των μυών της έκφρασης του προσώπου

a cranial nerve responsible for controlling the muscles of facial expression 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
facial nerves

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store