face powder
face
feɪspaʊdə
feispawdē
powder

Ορισμός και σημασία του "face powder"στα αγγλικά

01

σκόνη προσώπου, πόντρα

a skin-toned cosmetic powder applied to the face to make it less shiny and hide any imperfections on the skin 
face powder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
face powders
Παραδείγματα
She dusted face powder over her T-zone to reduce oiliness and set her makeup. 

Έριξε πούδρα προσώπου στη ζώνη Τ της για να μειώσει τη λιπαρότητα και να σταθεροποιήσει το μακιγιάζ της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store