Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to face off
01
ξεκινώ το παιχνίδι με ένα face-off
start a game by a face-off
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
face
ενεστώτας
face off
γ΄ ενικό πρόσωπο
faces off
ενεστώτα μετοχή
facing off
απλός αόριστος
faced off
παθητική μετοχή
faced off
02
αντιμετωπίζω, μετράω δυνάμεις με
to fight, argue, etc. with someone or to get ready for doing so
Transitive



























