to face off
face
feɪs
feis
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "face off"στα αγγλικά

to face off
01

ξεκινώ το παιχνίδι με ένα face-off

start a game by a face-off 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
face
ενεστώτας
face off
γ΄ ενικό πρόσωπο
faces off
ενεστώτα μετοχή
facing off
απλός αόριστος
faced off
παθητική μετοχή
faced off
02

αντιμετωπίζω, μετράω δυνάμεις με

to fight, argue, etc. with someone or to get ready for doing so 
Transitive
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store