face off
face
feɪs
φεισ
off
ɔf
οφ
/fˈeɪs ˈɒf/

Ορισμός και σημασία του "face off"στα αγγλικά

to face off
01

ξεκινώ το παιχνίδι με ένα face-off

start a game by a face-off
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
face
ενεστώτας
face off
γ΄ ενικό πρόσωπο
faces off
ενεστώτα μετοχή
facing off
απλός αόριστος
faced off
παθητική μετοχή
faced off
02

αντιμετωπίζω, μετράω δυνάμεις με

to fight, argue, etc. with someone or to get ready for doing so
Transitive
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store