Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ewe
01
πρόβατο, μητέρα πρόβατο
a mature female sheep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
ewes
αρσενικό ενικό
ram
θηλυκό ενικό
ewe
neutral form
sheep
Παραδείγματα
The ewe grazed peacefully in the meadow with her lambs by her side.
Η πρόβατο βόσκησε ήρεμα στο λιβάδι με τα αρνιά της δίπλα της.
02
εβέ, γλώσσα εβέ
a Kwa language spoken by the Ewe in Ghana and Togo and Benin
03
μέλος ενός λαού που ζει στο νότιο Μπενίν, Τόγκο και νοτιοανατολική Γκάνα
a member of a people living in southern Benin and Togo and southeastern Ghana
LanGeek



























