evenfall
Pronunciation
/ˈiːvənfˌɔːl/

Ορισμός και σημασία του "evenfall"στα αγγλικά

01

σούρουπο, πτώση της ημέρας

the time when evening begins
evenfall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
evenfalls
Παραδείγματα
The children hurried inside as evenfall darkened the playground.
Τα παιδιά έσπευσαν μέσα καθώς το σούρουπο σκίαζε την παιδική χαρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store