evenfall
e
ˈi:
i
ven
vən
vēn
fall
ˌfɔ:l
fawl

Ορισμός και σημασία του "evenfall"στα αγγλικά

01

σούρουπο, πτώση της ημέρας

the time when evening begins 
evenfall definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
evenfalls
Παραδείγματα
The village was peaceful at evenfall, with the sun setting over the hills. 

Το χωριό ήταν ήσυχο στο σούρουπο, με τον ήλιο να δύει πίσω από τους λόφους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store