escarole
es
ˈɛs
es
ca
role
rəʊl
rewl

Ορισμός και σημασία του "escarole"στα αγγλικά

01

εσκαρόλ, ποικιλία αντίδιου με φύλλα με ακανόνιστες κροσσωτές άκρες

variety of endive having leaves with irregular frilled edges 
escarole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
escaroles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store