Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amenorrhoea
01
αμηνόρροια
the absence or abnormal cessation of menstruation in women of reproductive age
Παραδείγματα
Hormonal imbalances, such as low estrogen levels, can contribute to the development of amenorrhea.
Οι ορμονικές ανισορροπίες, όπως τα χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων, μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη της αμηνόρρειας.



























