Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Equine
01
ιπποειδές, άλογο
a hoofed mammal, typically with slender legs, a short coat, and a narrow mane along the neck such as horse, donkey, and zebra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
equines
Παραδείγματα
The equine grazed peacefully in the pasture.
Το οπληφόρο βόσκησε ειρηνικά στο βοσκότοπο.
equine
01
ιππικός, αλογίσιος
having characteristics, appearance, or behavior similar to a horse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The veterinarian specializes in equine mThe dancer moved with equine grace across the stage.edicine, providing healthcare services for horses.
Ο κτηνίατρος ειδικεύεται στην ιππική ιατρική, παρέχοντας υπηρεσίες υγείας για άλογα.
02
ιππικός, αλογίσιος
pertaining specifically to horses, donkeys, zebras, or related species
Παραδείγματα
The veterinarian specializes in equine medicine.
Ο κτηνίατρος ειδικεύεται στην ιατρική αλόγων.



























