equestrian
eq
ˈɪk
ικ
uest
wɛst
ουεστ
rian
riən
ριαν
/ɛkwˈɛstɹi‍ən/

Ορισμός και σημασία του "equestrian"στα αγγλικά

equestrian
01

ιππικός

related to the action of riding a horse
equestrian definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

ιππικός, σχετικός με ιππότες

of or relating to or composed of knights
01

καβαλάρης, ιππέας

a man skilled in equitation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
equestrians
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store