epistaxis
e
ɪ
ι
pis
pɪs
πισ
tax
ˈtæk
ταικ
is
sɪs
σισ
/ɪpɪstˈaksɪs/

Ορισμός και σημασία του "epistaxis"στα αγγλικά

01

επίσταξη

bleeding from the nose
epistaxis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store