epistaxis
e
ˌɛ
e
pis
ˈpɪs
pis
tax
tæk
tāk
is
sɪs
sis
epistasis

Ορισμός και σημασία του "epistaxis"στα αγγλικά

01

επίσταξη

bleeding from the nose 
epistaxis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
epistaxes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store