episiotomy
e
ɪ
ι
pi
ˌpi:
πι
sio
ˈziɒ
ζιο
to
τα
my
mi
μι

Ορισμός και σημασία του "episiotomy"στα αγγλικά

01

επισιωτομή

a surgical cut to widen the vaginal opening during childbirth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
episiotomies
Παραδείγματα
The doctor performed an episiotomy to assist in a difficult delivery. 

Ο γιατρός πραγματοποίησε μια επισιοτομή για να βοηθήσει σε μια δύσκολη γέννα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store