Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Episcopacy
01
επισκοπή, σύστημα επισκόπων
the system or body of bishops in a church
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The episcopacy met to discuss church matters.
Η επισκοπή συναντήθηκε για να συζητήσει εκκλησιαστικά θέματα.



























