episcopacy
e
ɪ
i
pis
ˈpɪs
pis
co
pa
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "episcopacy"στα αγγλικά

01

επισκοπή, σύστημα επισκόπων

the system or body of bishops in a church 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The episcopacy met to discuss church matters. 

Η επισκοπή συναντήθηκε για να συζητήσει εκκλησιαστικά θέματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store