Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Epidemiologist
01
επιδημιολόγος, ειδικός επιδημιολογίας
a professional who studies and analyzes the patterns, causes, and effects of diseases within populations to improve public health
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
epidemiologists
Παραδείγματα
During a pandemic, epidemiologists play a key role in managing and preventing the spread of illness.
Κατά τη διάρκεια μιας πανδημίας, οι επιδημιολόγοι παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση και την πρόληψη της εξάπλωσης της ασθένειας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
epidemiologist
epidemiology
epidemio



























