Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ensconce
01
εγκαθιστώ άνετα, καθιερώνω τη θέση μου
to establish one's place or position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ensconce
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensconces
ενεστώτα μετοχή
ensconcing
απλός αόριστος
ensconced
παθητική μετοχή
ensconced



























