to ensconce
Pronunciation
/ɪnˈskɑns/

Ορισμός και σημασία του "ensconce"στα αγγλικά

to ensconce
01

εγκαθιστώ άνετα, καθιερώνω τη θέση μου

to establish one's place or position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ensconce
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensconces
ενεστώτα μετοχή
ensconcing
απλός αόριστος
ensconced
παθητική μετοχή
ensconced
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store