Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
English horn
01
αγγλικό κόρνο, βαριτόνο ομπόε
a woodwind instrument like an oboe that has a lower pitch and larger size
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
English horns



























